Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΞΕΡΩ ΚΑΝΩ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ



ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ

ΞΕΡΩ-ΚΑΝΩ-ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ

 
     Είναι Κυριακή πρωί .Από το παράθυρο της κουζίνας χαζεύω μια άγνωστη συνομήλική μου να εξοπλίζει το αυτοκίνητό της με εκδρομική εγρήγορση. Μπορώ να φανταστώ όποια ιστορία θέλω για πάρτη της, μπορεί να γίνει η ηρωίδα μου για τις τρεις πρώτες γουλιές καφέ, Xtra strength φίλτρου από καφεκοπτείο – οι αρωματικές ποικιλίες καφέ προυποθέτουν χρόνο για απολαύσεις, προσεχώς η απόλαυση είναι το σύνθημα που αναβοσβήνει αυτή την εποχή στο μυαλό μου.
Déjà vu είναι η σκηνή που μόλις περιέγραψα. Πέντε μήνες πριν, σ’ αυτή ακριβώς τη θέση, με αυτή περίπου τη γεύση στο στόμα, κατέληγα στο συμπέρασμα ότι η μοναξιά αυτή καθαυτή δεν αποτελεί μοιραία διάγνωση. Ο φόβος της μοναξιάς είναι η ασθένεια. Μοναδικός τρόπος ίασης η γνώση. Ποιός είσαι, τι νιώθεις και γιατί, τι θέλεις από σένα, από τους άλλους. Αν γνωρίσεις τον εαυτό σου και τον  αγαπήσεις, αγαπάς τη ζωή, είπα. Κατάπια μια γερή δόση σπανάκι και, ως θηλυκός Ποπάι, απεφάνθην: Η μοναξιά δεν είναι εχθρός, είναι σύμμαχος. Άστραψα και βρόντηξα.
     Πέντε μήνες αργότερα, δηλαδή σήμερα, δηλαδή τώρα, στη δεύτερη κούπα καφέ, η άγνωστη συνομήλικη που χάζευα από το παράθυρο είχε φύγει. Δεν υπάρχουν πια δόγματα, οι θεωρίες κολυμπούν στο κεφάλι μου – ποια θα φτάσει πρώτη στην ακτή δε με νοιάζει, ποια είναι το σωσίβιο θέλω να ξέρω. Είμαι τριάντα και κάτι. Μια ηλικία μπουκιά και συχώριο για τα μίντια, για τις διαφημιστικές εταιρείες, τις εταιρείες καλλυντικών, ταξιδιών, τη βιομηχανία μόδας, τα ινστιτούτα καλλονής, αισθητικής, πλαστικής χειρουργικής. Οι ορμόνες μου παλεύουν με τα όνειρά μου .
     Ξέρω, κάνω, σκέφτομαι. Τρία ρήματα που καθορίζουν τη ζωή. Ξέρεις μέχρι τα είκοσι-κάτι σου. Κάνεις μέχρι τα εξήντα σου. Και σκέφτεσαι (τι θα έκανες αν ήξερες) μετά. Είμαι τριάντα και κάτι. Υποτίθεται ότι είμαι στην ηλικία του «κάνω». Και με διαδικασίες πρόσω ολοταχώς. Τότε, γιατί σκέφτομαι συνέχεια αν ξέρω τι κάνω;
     Παίρνω μια βαθιά ανάσα. Κάθε (μεγάλη) απόφαση τη χρειάζεται. Όπως ακριβώς και ο (ανώδυνος) τοκετός. Και οι δύο παρενθέσεις το κατ’ ευφημισμόν σχήμα θέλουν να ενισχύσουν. Είμαι τριάντα και κάτι και ξέρω πια πολύ καλά αυτό που υποψιαζόμουν εδώ και χρόνια. Τις μεγάλες αποφάσεις δεν τις παίρνεις εσύ. Τις έχουν πάρει κάποιοι άλλοι κι εσύ απλώς πρέπει να ξέρεις πότε θα πεις το «ναι» ή το «όχι». Ωσεί παρών στα μεγάλα, μετράς τα καθημερινά εντελώς παρών. Οι αντοχές σου αρχίζουν να τσεκάρονται, στην καλύτερη περίπτωση, από τη στιγμή που κλειδώνεις την εξώπορτα του σπιτιού σου και σκας μύτη στον αγώνα για τον άρτον ημών τον επιούσιον.
     Μην ανησυχείτε. Δεν είναι τίποτα πολύ σοβαρό. Ένα ακόμα face in the crowd είμαι κι εγώ.

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ τον ΑΝΤΡΑ ή τη ΓΥΝΑΙΚΑ



 ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ 
 τον ΑΝΤΡΑ ή  τη ΓΥΝΑΙΚΑ!



Την περασμένη εβδομάδα για κάποιο λόγο που δεν κατάφερα να διευκρινίσω, στο φανάρι λίγο πριν το σπίτι μου είχε τροχονόμο. Το αυτοκίνητο που βρισκόταν μπροστά μου δε σταμάτησε ακριβώς στη διάβαση, αλλά προχώρησε ένα μέτρο παρακάτω, χωρίς όμως να εμποδίζει την κυκλοφορία της διασταύρωσης. Ο τροχονόμος κάνει μια αγανακτισμένη κίνηση στον οδηγό του αυτοκινήτου. Τσεκάρω. Είναι γυναίκα. Μαλλί μακρύ, ταλαιπωρημένο από τις βαφές, σε χρώμα γινωμένου μάνγκο, ντύσιμο πρόχειρο έως λετσέ, ηλικία τριάντα πέντε με σαράντα. Το αυτοκίνητο; Πολύ κυριλέ σε σχέση με την οδηγό του. Volvo 340 GL! Ο τροχονόμος την κοιτάζει μ’ ένα βλέμμα ανάμεσα στο φτύσιμο και στο βρίσιμο και αποφασίζει το καψώνι. Με μια κίνηση του χεριού του, «διατάζει» το αυτοκίνητο να τον πλησιάσει. Γίνεται. Δε σκύβει για να μιλήσει, αλλά αναγκάζει την οδηγό να βγάλει το κεφάλι της από το παράθυρο για να συνεννοηθούν. Μάλλον δεν τα κατάφεραν. Η επόμενη κίνηση δείχνει στο αυτοκίνητο να πάει στο πλάι, , για να μην εμποδίζει εμάς που, όπου να ‘ναι, θα πρέπει να ξεκινήσουμε. Ο τροχονόμος το ακολουθεί με αργά βήματα, δε δίνει πια καμία σημασία στην οδηγό, κατευθύνεται στο πορτ παγκάζ. Βγάζει το μπλοκάκι του, το ακουμπά στο καπό και ψάχνει για στιλό. Η γυναίκα, όλη αυτή την ώρα, δεν βγήκε από το αυτοκίνητο καθόλου. Όσο για μας, σφύριξε και φύγαμε. Τα πήρα. Στοίχημα πως, αν ήταν στο τιμόνι σαραντάρης με κουστούμι Hugo Boss από τον Καρούζο, δεν θα ‘τρεχε τίποτα.
Δύο μέρες αργότερα, είμαι καλεσμένη σ’ ένα πάρτι που δεν είναι πάρτι. Κανείς δε χορεύει .Τέλος πάντων, όπως συνήθως συμβαίνει στις περιπτώσεις που βρίσκονται είκοσι πέντε άνθρωποι γνωστοί ανά πεντάδα, άγνωστοι στους υπόλοιπους είκοσι, δημιουργήθηκαν πηγαδάκια. Πέντε για την ακρίβεια. Δίψασα και, επειδή έχω πόδια, σηκώθηκα να πάω στην κουζίνα. Το σπίτι δεν ήταν το αρχοντικό του Μοριά, και τα άλλα απλωμένα πόδια που συνάντησα στο διάβα μου κάπως έπρεπε να τα υπερσκελίσω. Χρειάστηκε να πω «συγνώμη», για να περάσω, σχεδόν σε όλα τα αντρικά πόδια. Οι γυναίκες τα μάζευαν ανακλαστικά, ακόμα κι αν εκείνη τη στιγμή μιλούσαν. Υπάρχει κάποιος οφθαλμίατρος να μου πει αν ο γυναίκες έχουν καλύτερη περιφερειακή όραση από τους άντρες;
Το αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου μου αρέσκεται στα αρωματικά κεριά, στα ξερά λουλούδια και στα εσώρουχα Victoria’s Secret. Το δεξί ημισφαίριο στέλνει στο σπίτι, για να πλύνει τα πιάτα της, όποια γυναίκα οδηγό κάνει τα φρένα μου να στριγκλίσουν. Όλος ο εγκέφαλος μαζί, όμως, ξέρει τι σημαίνει προκατάληψη όταν τη βλέπει.
Η φάση της εποχής επιβάλλει να μην απορώ όταν βλέπω εξηντάρηδες να κυκλοφορούν με εικοσιπεντάρες. Να μην θυμώνω όταν στους παντρεμένους αναλογεί σχεδόν επιτακτικά μία ακόμη γυναίκα. Και να συμφωνώ απολύτως όταν μια γυναίκα που φωνάζει χαρακτηρίζεται υστερικιά κατίνα, ενώ ένας άντρας που ωρύεται είναι μάγκας και ξέρει να επιβάλλεται.
Η φύση μου αγαπάει τους άλλους άντρες. Εκείνους που δε σε ξεπετάνε στα γενέθλιά σου με μια βιαστικά αγορασμένη ανθοδέσμη από το ανθοπωλείο δίπλα στη δουλειά. Εκείνους που δεν ντύνονται γυναίκες κάθε Αποκριά επί πέντε συνεχείς χρονιές. Εκείνους που σου ανοίγουν την πόρτα να περάσεις, σου ανάβουν το τσιγάρο στα τρία πρώτα ραντεβού, σε περιμένουν να μπεις στο ασανσέρ και μετά μαρσάρουν.
Η θηλυκότητα δεν κρεμάει πάντα δαντελένιες κουρτίνες στα παράθυρα. Ούτε περνάει ώρες με το πιστολάκι στο μπάνιο. Η εφηβεία, ίσως. Η θηλυκότητα πίνει μπίρες, φωνάζει και γελάει δυνατά. Δε θυμώνει πάντα με τα χεράκια στη μέση και με γόβα στιλέτο που ανεβοκατεβαίνει νευρικά μεν, χαριτωμένα δε. Η θηλυκότητα κάτω από τον ήλιο και μαυρίζει και ιδρώνει. Όταν διαθέτει ωραία πόδια φοράει μίνι και καλά κάνει. Δεν σημαίνει ότι απαραιτήτως τα ‘θελε και τα ‘παθε. Όσες θέλουν οι άλλοι να πάθουν κάτι από το μίνι τους είναι αμέσως ευανάγνωστες στην υπόλοιπη κοινότητα. Άσε που η Σάρον Στόουν, που έκανε καριέρα μέσα από το μίνι της, είναι και αγαπημένη μου.
Ότι δεν είμαστε άγγελοι είναι δεδομένο. Γι’ αυτό ο Βασίλης Καρράς κάνει επιτυχία με το «Απορώ», ο Μητροπάνος με τον Λάκη Παπαδόπουλο βάφουν τις κουρτίνες στο χρώμα που μισούσε, όσο για το Γιάννη Πάριο, τι κι άντρας που είναι, φοβάται, φοβάται.
Το ξέρω, δε θα με πιστέψετε, αλλά δεν είμαι φεμινίστρια. Μπορεί και να φταίει ότι πολύ πρόσφατα έμαθα τη διαφορά του Woolite από το Soupline.

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2012

Η ΤΕΛΕΙΑ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Η ΤΕΛΕΙΑ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ



Όταν δεν είμαι καλά μου αρέσει να περπατάω, ίσως γιατί νιώθω ότι απομακρύνομαι για λίγο από όσα με απασχολούν. Εκείνο το βράδυ-βράδυ της ονομαστικής μου εορτής- μόνο καλά δεν έλεγες ότι ήμουν. Κάτι παθαίνω όταν βομβαρδίζομαι με αναρίθμητα "χρόνια πολλά". Όχι ότι δεν μου αρέσει να μου χαμογελάνε και να λαμβάνω ευχές, αλλά η όλη τυπικότις της υπόθεσης με "χαλάει". Κατεβαίνοντας λοιπόν από το μετρό, αποστρέφομαι χωρίς δεύτερη σκέψη την ιδέα του λεωφορείου μέχρι το σπίτι, γεγονός που ισοδυναμούσε με τριάντα λεπτά περπάτημα(γιατί ναι περπατάω με το πάσο μου).

Δεν βαριέσαι! Η καλύτερη μου! Μπαίνω σε μια κάβα και εφοδιάζομαι με δρακουλίνια. Ο κυριούλης στο ταμείο με κοιτάει παράξενα. Λογικό. Δεν πτοούμαι όμως. Παίρνω τα δρακουλίνια μου και φεύγω κυρία. Ανοίγοντας το σακουλάκι, άνοιξε μεμιάς θαρρείς η κιβωτός των στοχασμών μου. Περίεργο πράμα οι σκέψεις, κυλάνε σαν ποτάμι, μόνο που δεν ξέρεις σε ποια θάλασσα θα καταλήξουν. Σκέφτομαι τι ομοιότητες έχω με ένα σακουλάκι γαριδάκια. Δίνω, δίνω, δίνω, δίνω. Τι δίνω; Αγάπη, ευκαιρίες, κομμάτια ολόκληρα του εαυτού μου και αναρωτιέμαι αν θα υπάρξει κάποια στιγμή που θα είμαι κι εγώ τόσο άδεια όσο αυτό το σακουλάκι στα χέρια μου μόλις το καταναλώσω.

Φτάνοντας κάπου στη μέση της σακούλας καταλήγω ότι το πρόβλημα μου δεν είναι ότι δίνω. Όχι. Το πρόβλημα μου είναι ότι εξιδανικεύω τα πάντα γύρω μου. Εξιδανικεύω το παρελθόν, τους ανθρώπους που με περιβάλλουν, τα θέλω μου, τα όνειρά μου και όσα δεν έχω καταφέρει. Όπως όλοι, δημιουργώ μια άρτια σχηματισμένη εικόνα του κάθε "θέλω" μου στο μυαλό μου. Μια εικόνα τέλεια. Και προχωράω ακολουθούμενη από όλες τις τέλειες εικόνες μου, που αποτελούν το μέτρο σύγκρισης όλων όσων θέλω. Και κάθε φορά που νομίζω ότι κάποιο από τα θέλω μου ανταποκρίνεται στην αντίστοιχη τέλεια εικόνα του μέσα στο μυαλό μου, δίνω ένα κομμάτι της ψυχής μου. Μα η απογοήτευση δεν αργεί να μου χτυπήσει την πόρτα, γιατί φαίνεται τελικά πως το πραγματικό βρίσκεται έτη φωτός μακρυά από το τέλειο. Το δικό μου τέλειο ομοίωμα.

Ίσως είναι προτιμότερο να αποχαιρετήσω τη σκιά του ιδεατού και να πορευτώ μόνη μου. Ίσως το τέλειο είναι δίπλα μου και η σκιά με εμποδίζει να το δω. Ίσως αντί να αναζητώ το ιδεατό, πρέπει να πάρω το πραγματικό και με κάποιου είδους αλχημεία να το κάνω εγώ τέλειο, να το μετατρέψω στο δικό μου χρυσό. Μπορεί το τέλειο να μην χωράει στα καλούπια που εγώ του έχω σχηματίσει κι αυτή η ιδιότητα να το καθιστά τέλειο. Τι μου μένει λοιπόν να κάνω; Να ανοίξω τα μάτια και να χαμογελάσω αφού τελειώσω με τα γαριδάκια!

Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2012

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΑ ΑΛΙΣΒΕΡΙΣΙΑ





ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ   ΤΑ ΑΛΙΣΒΕΡΙΣΙΑ 


Μετρό. Ένα από τα μέρη στα οποία το μυαλό μου ξεδιπλώνει τις πιο πολύπλοκες σκέψεις του(το άλλο μέρος είναι το ντους). Περίεργο -το ξέρω- αλλά αποτελεί γεγονός. Ίσως φταίει η εικόνα που έχω σχηματίσει μέσα μου για τη ζωή γενικότερα. Είναι ένα τρένο με πολλά πολλά βαγόνια και αναρίθμητους επιβάτες που ανεβοκατεβαίνουν. Συναναστρέφεσαι με πολλά άτομα που είναι στο ίδιο βαγόνι μαζί σου. Δημιουργείς φιλίες, συμπάθειες, αντιπαλότητες. Με κάποιους συνεχίζετε μαζί τη διαδρομή, ενώ άλλους τους προσπερνάς για πάντα ή τους αποχωρίζεσαι για λίγο, μέχρι να ξανασυναντηθείτε συνεπιβάτες σε άλλο βαγόνι.

Γι αυτό μάλλον εμπνέομαι τόσο στο μετρό. Παρατηρώντας τις ανθρώπινες φιγούρες γύρω μου, τις κινήσεις, τις εκφράσεις και τις αντιδράσεις τους ανακαλύπτω κάθε φορά πτυχές του δικού μου εαυτού. Είμαι λοιπόν στην αφετηρία και περιμένω. Δίπλα μου είναι ένας κύριος-αρκετά συμπαθητικός- παρέα με τον σκύλο-οδηγό του. Ένα πανέμορφο ζώο, μικροκαμωμένο, με φουντωτό τρίχωμα και μουσούδα απλά αξιαγάπητη! Του παίρνω την άδεια να το πλησιάσω. Μου λέει ότι το λένε Λέων. Είναι σκέτη γλύκα!! Μπαίνουμε στο βαγόνι και παρατηρώ αυτό το παράξενο ζευγάρι από τη θέση μου. Το σκυλί κοιτά το αφεντικό του στα μάτια. Η αγάπη πλημμυρίζει το πρόσωπο του. Και παρόλο που εκείνος δεν μπορεί να δει την προστατευτικότητα και την αγάπη στα μάτια του φίλου του, είναι φανερό ότι την αισθάνεται! Τυλίγουν το σώμα του με μια απαράμιλλη ζεστασιά που είναι αδύνατον να μην το αισθάνεται!

Το όμορφο ζευγάρι κατεβαίνει και εγώ πρέπει να βρω άλλο αντικείμενο παρατήρησης. Απέναντί μου ένα αγόρι με την κοπέλα του-δεν πρέπει να είναι πάνω από 15 χρόνων σκέφτομαι- είναι σφιχταγκαλιασμένοι ρουφώντας ο ένας το πρόσωπο του άλλου. Για κάποιον λόγο μου χαλάει την αισθητική να βλέπω ανθρώπους να φιλιούνται περιπαθώς μπροστά σε τόσο κόσμο(get a room ρε παιδιά) ! Μαζί τους είναι άλλος ένας νεαρός και ένα παιδάκι μικρό σε ηλικία. Νομίζω ότι η κοπελίτσα αντιλαμβάνεται ότι τους κοιτάω επίμονα, γιατί δείχνει ελαφρώς ενοχλημένη(απίστευτο πόσο ενοχλητική μπορώ να γίνω ώρες ώρες). Οι δύο νεαροί κατεβαίνουν και απομένει η κοπελίτσα με τον μικρό. Αχά, είναι αδερφός της! Κάθονται και την ακούω να του λέει: "δεν θα πεις τίποτα στον μπαμπά!εντάξει;" και ο μικρός αποκρίνεται χαιρέκακα "θέλω 10 ευρώ και είμαστε εντάξει!" Με το ζόρι συγκράτησα τον εαυτό μου και δεν ξέσπασε σε γέλια.

Έρχεται στο μυαλό μου ένας φιλόλογος που μου έκανε έκθεση στο λύκειο. Είχε κόλλημα με το θέμα των πελατειακών σχέσεων. Το ανέφερε ξανά και ξανά! Όποιο θέμα και να θίγαμε, αυτός κατέληγε στο θέμα των πελατειακών σχέσεων! Όσο περνάει ο καιρός διαπιστώνω ότι είχε δίκιο. Σκέφτομαι τα δύο αντικείμενα μελέτης μου για σήμερα. Ο σκύλος έδειχνε αγάπη στο αφεντικό του. Αγάπη που σε πρώτη όψη μοιάζει ανιδιοτελής. Όμως δεν παίρνει κάτι σε αντάλλαγμα για την αγάπη του; Παίρνει σπίτι, φαγητό. Εντάξει στην περίπτωση της κοπέλας με τον αδερφό της, η ανταλλαγή είναι οφθαλμοφανής, σιωπή έναντι χρημάτων.

Πέρα όμως από τις προφανείς ανταλλαγές στις οποίες ο πράσινος θεός παίζει καταλυτικό ρόλο, έχουμε και το συναισθηματικό αλισβερίσι μεταξύ των ανθρώπων. Εκεί όμως οι κανόνες αλλάζουν, γιατί στο συναισθηματικό "πάρε-δώσε", το "δώσε" δεν είναι συνθήκη αναγκαία και ικανή(που λέμε και στα μαθηματικά). Είναι αναγκαίο να δώσεις για να πάρεις, αλλά το ότι θα δώσεις, δεν σου εξασφαλίζει ότι θα πάρεις. Σε όλες τις σχέσεις λοιπόν εντοπίζεται μια συναλλαγή(όχι απαραίτητα οικονομική). Άρα υπάρχει ανιδιοτέλεια; Πώς γίνεται να υπάρχει, όταν ακόμα και στην περίπτωση της αγάπης, δίνεις αγάπη και περιμένεις να λάβεις αγάπη.

Και στη ζωή τι πρέπει να δώσουμε; Τι πρέπει να της δώσουμε για να πάρουμε όλα όσα θέλουμε; Κάποιου είδους συναλλαγή πρέπει να υπάρχει και με αυτήν! Ίσως πάλι να μην υπάρχει. Ίσως να μας πηγαίνει αυτή όπου θέλει και να μας δίνει ό,τι έχει ευχαρίστηση. Τότε τα όνειρα και τα σχέδια όμως είναι ανώφελα. Δεν υπάρχει λόγος να ονειρεύεσαι, αφού στο τέλος η ζωή με τη μπουλντόζα της πραγματικότητας θα συνθλίψει τα όνειρά σου και θα σε πάει όπου θέλει αυτή. Όχι. Ας τα συνθλίψει όσες φόρες θέλει. Εσύ θα μαζέψεις τα κομμάτια και θα προχωρήσεις! Γιατί τα όνειρα σου είναι το καραβάνι σου στην έρημο της πραγματικότητας. Χωρίς αυτά δεν μπορείς να προχωρήσεις! Η ζωή ας κάνει ό,τι θέλει. Εσύ δίνε της το χαμόγελό σου. Σε όλους δίνε το χαμόγελό σου! Η ανθρώπινη φύση μπορεί να σε εκπλήξει. Η ανιδιοτέλεια είναι μόνο μια λέξη. Εσύ την ορίζεις.

Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2012

22/9/2003
Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗΣ

 Τα κομμάτια έπεφταν ακόμα.
Προκαλώντας τον τρελό θόρυβο
Που στέγνωνε τις συνειδήσεις.
Που μάντρωνε τις καρδιές.
Που έλιωνε τις μνήμες.......
Η ανάσα θλιβερός ουραγός της αποτρόπαιας παρέλασης.......
Αρχή;Τέλος;
Τι από όλα μου άνηκε;
Η απάντηση αδυσώπητη με καταδίωκε μανιασμένα.
Είχε γραφτεί στον ουρανό και καθεπτρίζονταν στη θάλασσα.
Το έπαιρνε το αγέρι του βουνού.
Και το'δινε στις αετοράχες.
Όλα μαζί μου φώναζαν.
Το συνειδητοποιήσα.
Τίποτα δεν ήταν δικό μου!!!!
Τίποτα δεν είχα!
Ένα άχυρο τραβηγμένο από τη μεγάλη θυμωνιά.......
Πίκρο χαμόγελο σκάβει τη νιότη.
Πικρότερη φωνή αυλακώνει τα στήθια.
Ένα τίποτα, όταν μάτωσα να γίνω κάτι









Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012

“Αναζητώντας το Χαμένο Χρόνο”

“Αναζητώντας το Χαμένο Χρόνο”

“Tόσες φορές στη ζωή μου, η πραγματικότητα με είχε απογοητεύσει, γιατί τη στιγμή που την συνελάμβανα, η φαντασία μου, που ήταν το μόνο όργανό μου για να χαρώ την ομορφιά, δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί της, σύμφωνα με τον αδήριτο νόμο που λέει πως δεν μπορεί κανείς να φαντάζεται παρά μόνον αυτό που είναι απόν.
Και να που ξαφνικά το αποτέλεσμα αυτού τού σκληρού νόμου βρέθηκε εξουδετερωμένο, από ένα υπέροχο τέχνασμα τής φύσης, που έκανε να φαντάζει μια αίσθηση – ο θόρυβος τού πιρουνιού και τού σφυριού, ο ίδιος τίτλος βιβλίου κ.λ.π. -ταυτοχρόνως στο παρελθόν, πράγμα που επέτρεπε στη φαντασία μου να το γευτεί, και στο παρόν, όπου η πραγματική ενεργοποίηση των αισθήσεών μου από τον θόρυβο, την επαφή με το ύφασμα κ.λ.π. είχε προσθέσει στα όνειρα τής φαντασίας αυτό που συνήθως τούς λείπει, την ιδέα τής ύπαρξης, και χάρη σ’ αυτήν την υπεκφυγή είχε επιτρέψει στον εαυτό μου να αποκτήσει, να απομονώσει, να ακινητοποιήσει – για το διάστημα μιας αστραπής – αυτό που δεν συλλαμβάνει ποτέ: ένα κομμάτι καθαρού χρόνου.
Το ον που αναγεννήθηκε μέσα μου, όταν με τέτοια ανατριχίλα χαράς είχα ακούσει τον θόρυβο, κοινό και για το κουτάλι που ακουμπάει στο πιάτο και για το σφυρί που χτυπάει τον τροχό, όταν είχα νοιώσει την ανισότητα των βημάτων μου πάνω στα σκαλοπάτια τής αυλής των Γκερμάντ και τού βαπτιστηρίου τού Αγίου Μάρκου, αυτό το ον δεν τρέφεται παρά με την ουσία των πραγμάτων, μόνο σ’ αυτήν βρίσκει την επιβίωσή του, τις απολαύσεις του. Μαραίνεται στην παρατήρηση τού παρόντος, το οποίο δεν μπορούν να τού προσφέρουν οι αισθήσεις, στην αντιμετώπιση ενός παρελθόντος, το οποίο η ευφυία του αποστεγνώνει, στην αναμονή ενός μέλλοντος, το οποίο η θέληση κατασκευάζει με τα θραύσματα τού παρόντος και τού παρελθόντος, από την πραγματικότητα των οποίων και πάλι αφαιρεί, κρατώντας από αυτά ό,τι ταιριάζει στον ωφελιμιστικό σκοπό, στενά ανθρώπινο, που τούς αποδίδει.
Αλλά αρκεί ένας θόρυβος, μια μυρουδιά, που ακούστηκε ή μυρίστηκε κάποτε, να παρουσιαστούν ξανά, ταυτοχρόνως μέσα στο παρόν και μέσα στο παρελθόν, πραγματικοί χωρίς να είναι επίκαιροι, ιδανικοί χωρίς να είναι αφηρημένοι, ώστε αμέσως η διαρκής και συνήθως κρυμμένη ουσία των πραγμάτων να βρεθεί ελεύθερη και ο πραγματικός εαυτός μας, που ενίοτε για καιρό έμοιαζε νεκρός, αλλά δεν ήταν τελείως, να ξυπνήσει, να ζωντανέψει δεχόμενος την θεία τροφή που τού προσφέρεται. Ένα λεπτό απελευθερωμένο από την τάξη τού χρόνου επαναδημιούργησε μέσα μας, για να μπορέσει αυτός να το νοιώσει, τον άνθρωπο απελευθερωμένο από την τάξη τού χρόνου. Και γι αυτό είναι κατανοητό να εμπιστεύεται τη χαρά του, ακόμα κι αν η γεύση απλώς ενός μπισκότου δεν μπορεί να περικλείει τις αιτίες αυτής τής χαράς, είναι κατανοητό η λέξη “θάνατος” να μην έχει νόημα γι’ αυτόν. Αφού βρίσκεται έξω από τον χρόνο, τι μπορεί να φοβάται από το μέλλον; Σ’ αυτήν την στοχαστική παρατήρηση τής ουσίας των πραγμάτων ήμουν τώρα αποφασισμένος να προσκολληθώ, να την αποτυπώσω, αλλά πώς; Με ποιo μέσο;
“Δεν ήθελα πια να αφήσω το εαυτό μου σε ψευδαισθήσεις για άλλη μια φορά, γιατί επρόκειτο να γνωρίσω πλέον, αν ήταν πράγματι δυνατόν να πετύχω αυτό που, πάντοτε απογοητευμένος όπως ήμουν απ’ την παρουσία των τόπων και των ανθρώπων, είχα (μολονότι για μια φορά ένα κομμάτι μουσικής τού Βεντέιγ πήγε να με πείσει για το αντίθετο) πιστέψει ως ακατόρθωτο. Δεν επρόκειτο λοιπόν να πειραματιστώ και πάλι προς την κατεύθυνση που από καιρό ήξερα πως δεν οδηγεί πουθενά. Εντυπώσεις σαν αυτές που γύρευα να αποτυπώσω δεν μπορούσαν παρά να εξαφανιστούν, αν ερχόντουσαν σε επαφή με μιαν άμεση απόλαυση που υπήρξε ανίκανη να τις γεννήσει. Ο μόνος τρόπος να τις γευτώ περισσότερο, ήταν να προσπαθήσω να τις γνωρίσω περισσότερο εκεί όπου βρισκόντουσαν, δηλαδή μέσα μου, να τις αποσαφηνίσω μέχρι τα βάθη τους…
“Διότι οι αλήθειες τις οποίες η ευφυία συλλαμβάνει ευθέως, στο ξέφωτο τού κόσμου, έχουν κάτι το λιγότερο βαθύ, το λιγότερο αναγκαίο από αυτές που η ζωή, άσχετα από εμάς, μάς μετέδωσε μέσα σε μιαν εντύπωση, υλική αφού μπήκε από τις αισθήσεις μας, τής οποίας όμως μπορούμε να ανασύρουμε το πνεύμα. Στο κάτω-κάτω και στη μια και στην άλλη περίπτωση, είτε πρόκειται για εντυπώσεις σαν κι αυτές που μούχε δώσει η θέα των καμπαναριών τής Μαρτενβίλ, είτε για υποσυνείδητες μνήμες σαν την ανισότητα των σκαλοπατιών ή σαν την γεύση των μπισκότων, έπρεπε να προσπαθήσω να τις ερμηνεύσω σαν σημεία ισάριθμων νόμων και ιδεών, επιχειρώντας να σκεφτώ, δηλαδή να βγάλω απ’ το σκοτάδι, αυτό που είχα νοιώσει, να το μετατρέψω σε ένα πνευματικό αντίστοιχο. Άρα, αυτό το μέσον που μού φαινόταν το μοναδικό, τι άλλο ήταν από το να κάνω ένα έργο τέχνης;
“Όσο για το εσωτερικό βιβλίο με τα άγνωστα σημεία (σημεία ανάγλυφα, τα οποία η προσοχή μου ερευνώντας το ασυνείδητό μου, επρόκειτο να ερευνήσει, σαν ένας δύτης που ψάχνει) για την ανάγνωση των οποίων κανένας δεν μπορούσε να με βοηθήσει με κάποιον κανόνα, αυτή η ανάγνωση συνιστούσε μια πράξη δημιουργίας όπου κανείς δεν μπορεί να μάς υποκαταστήσει, ούτε ακόμα και να συνεργαστεί μαζί μας. Γι αυτό πόσοι δεν αποφεύγουν το γράψιμο! Πόσες υποχρεώσεις δεν αναλαμβάνουν για να αποφύγουν αυτήν! Κάθε γεγονός, είτε είναι η υπόθεση Ντρέυφους είτε ο πόλεμος, είχε προσφέρει νέες δικαιολογίες στους συγγραφείς για να μην αποκρυπτογραφήσουν αυτό το βιβλίο. Ήθελαν να εξασφαλίσουν τον θρίαμβο τού Δικαίου, να ξανακάνουν την ηθική ενότητα τού Έθνους, δεν είχαν καιρό να σκεφτούν τη λογοτεχνία. Αλλά δεν ήταν παρά δικαιολογίες, γιατί δεν είχαν, ή δεν είχαν πια, ιδιοφυία, δηλαδή ένστικτο. Διότι το ένστικτο υποδεικνύει το καθήκον και η ευφυία προσφέρει τις δικαιολογίες για να το αποφεύγουμε. Μόνο που οι δικαιολογίες δεν υπάρχουν στην τέχνη, οι προθέσεις δεν μετράνε…
“Και ίσως να είναι πιο πολύ η ποιότητα τής γλώσσας παρά το είδος τής αισθητικής που μας κάνει και μπορούμε να κρίνουμε τον βαθμό τον οποίο έφτασε η καλλιτεχνική και ηθική δουλειά. Αλλά, και αντιθέτως, αυτή η ποιότητα τής γλώσσας, που οι θεωρητικοί νομίζουν ότι μπορούν να αγνοήσουν, δεν αποδεικνύει, για τους θαυμαστές των θεωρητικών, μεγάλη καλλιτεχνική αξία, αξία που για να την καταλάβουν έχουν ανάγκη να την δουν να εκφράζεται απευθείας και στην οποία δεν οδηγούνται από την ομορφιά μιας εικόνας. Eξ ου και ο χονδροειδής πειρασμός για τον συγγραφέα να γράφει έργα διανοουμενίστικα. Μεγάλη έλλειψη λεπτότητας. Ένα έργο όπου υπάρχουν θεωρίες είναι σαν ένα αντικείμενο πάνω στο οποίο ξέχασαν την ετικέτα με την τιμή αγοράς του. Κάνουν λογικές κατασκευές, δηλαδή αλητεύουν, κάθε φορά που δεν έχουν τη δύναμη να πιεστούν να οδηγήσουν μιαν εντύπωση από όλα τα διαδοχικά στάδια που θα καταλήξουν στην αποτύπωση της, στην έκφρασή τους…
“Ακόμα και μέσα στις καλλιτεχνικές χαρές, που αναζητεί κανείς για την εντύπωση που δίνουν, καταφέρνουμε όσο γίνεται γρηγορότερα να παραμερίσουμε, ως μη δυνάμενο να εκφραστεί, αυτό ακριβώς που είναι η ίδια αυτή η εντύπωση, και να προσκολληθούμε σ’ αυτό που μας επιτρέπει απλώς να νοιώσουμε την απόλαυση, χωρίς να την γνωρίσουμε εις βάθος, και να νομίζουμε ότι το μεταδίδουμε σε άλλους εραστές τής τέχνης, με τούς οποίους ο διάλογος θα είναι εφικτός, μια και θα τούς μιλάμε για ένα πράγμα που είναι το ίδιο και γι αυτούς και για μάς, αφού προηγουμένως θα έχουμε αφαιρέσει την προσωπική ρίζα τής ίδιας τής εντύπωσής μας.
Και στις στιγμές που είμαστε οι πλέον ανιδιοτελείς θεατές τής φύσης, τής κοινωνίας, τού έρωτα και αυτής τής τέχνης, όπως κάθε εντύπωση είναι διπλή, μισοχωμένη στο αντικείμενο, με το άλλο μισό να συνεχίζει μέσα μας, το οποίο μόνον εμείς οι ίδιοι θα μπορούσαμε να γνωρίσουμε, βιαζόμαστε να παραμελήσουμε αυτό το δεύτερο, το μόνο στο οποίο θάπρεπε να προσκολληθούμε, και δεν υπολογίζουμε παρά το άλλο μισό, το οποίο επειδή δεν μπορεί να ερευνηθεί σε βάθος, αφού είναι εξωτερικό, δεν θάναι για μας αιτία καμιάς κόπωσης: το μικρό αυλάκι που η θέα ενός λουλουδιού ή μιας εκκλησίας χάραξε μέσα μας, βρίσκουμε πως είναι πολύ δύσκολο να επιχειρήσουμε να το διακρίνουμε. Αλλά ξαναπαίζουμε το μουσικό κομμάτι, ξαναγυρνάμε να δούμε την εκκλησία, έως ότου -μέσα σ’ αυτή τη φυγή μακριά απ΄ την ίδια τη ζωή μας που δεν έχουμε το θάρρος να αντικρίσουμε και που ονομάζεται πολυμάθεια – τα μάθουμε τόσο καλά, όσο ο πιο σοφός εραστής τής μουσικής ή τής αρχαιολογίας.
Έτσι, πόσοι περιορίζονται σ’ αυτό χωρίς να βγάζουν τίποτα από την εντύπωσή τους, και γερνούν άχρηστοι και ανικανοποίητοι σαν εργένηδες τής Τέχνης. Έχουν τις λύπες πούχουν οι παρθένες και οι τεμπέληδες, τούς οποίους θα γιάτρευε η γονιμοποίηση και η εργασία. Είναι πιο ενθουσιασμένοι για τα έργα τέχνης από τους πραγματικούς καλλιτέχνες, γιατί ο ενθουσιασμός τους με το να μην είναι προϊόν μιας σκληρής εργασίας εμβάθυνσης, ξεχύνεται προς τα έξω, ανάβει τις συζητήσεις τους, κοκκινίζει τα πρόσωπά τους. Νομίζουν ότι εκπληρούν μια πράξη ουρλιάζοντας με όλη τους τη δύναμη: “Μπράβο, μπράβο” μετά την εκτέλεση ενός έργου που αγαπούν……………….. Εν τούτοις όσο γελοίοι κι αν είναι δεν είναι τελείως για περιφρόνηση. Είναι οι πρώτες δοκιμές τής φύσης που θέλει να δημιουργήσει τον καλλιτέχνη, εξίσου άμορφες, εξίσου καταδικασμένες όσο τα πρώτα ζώα που προηγήθηκαν των σημερινών ειδών και που δεν ήταν φτιαγμένα για να διαρκέσουν… Όσο για την απόλαυση που δίνει σε ένα πραγματικά σωστό πνεύμα, σε μια πραγματική ζωντανή καρδιά, η ωραία σκέψη ενός μεγάλου, είναι δίχως άλλο τελείως υγιής, αλλά, όσο πολύτιμοι κι αν είναι οι άνθρωποι που τη γεύονται πραγματικά (πόσοι τέτοιοι υπάρχουν μέσα σε είκοσι χρόνια;) τούς περιορίζει εντούτοις στο να μην είναι παρά η πλήρης συνείδηση κάποιου άλλου…
“Το μεγαλείο τής αληθινής τέχνης είναι να ξαναβρούμε, να ξανακερδίσουμε, να μάς κάνει να γνωρίσουμε, αυτήν την πραγματικότητα μακριά από την οποία ζούμε, από την οποία απομακρυνόμαστε όλο και περισσότερο, στο βαθμό που διογκώνεται και αδιαβροχοποιείται η συμβατική γνώση που βάζουμε στη θέση της, αυτήν την πραγματικότητα που κινδυνεύουμε να πεθάνουμε χωρίς να έχουμε γνωρίσει, και που πολύ απλά είναι η ζωή μας…
“Το ύφος είναι για τον συγγραφέα, όπως και το χρώμα για τον ζωγράφο, θέμα όχι τεχνικής, αλλά οράματος. Είναι η αποκάλυψη, που θάταν αδύνατη με μέσα ευθέα και συνειδητά, τής ποιοτικής διαφοράς που υπάρχει ανάμεσα στο πώς στον καθένα μας παρουσιάζεται ο κόσμος, διαφορά που αν δεν υπήρχε η τέχνη, θα έμενε το αιώνιο μυστικό τού καθενός μας. Μόνο με την τέχνη μπορούμε να βγούμε από τον εαυτό μας, να γνωρίσουμε αυτό που βλέπει ένας άλλος από αυτόν τον κόσμο που δεν είναι ίδιος με τον δικό μας, και τού οποίου τα τοπία θα μάς έμεναν για πάντα το ίδιο άγνωστα μ’ αυτά που μπορεί να υπάρχουν στη σελήνη. Χάρη στην τέχνη αντί να βλέπουμε έναν μόνο κόσμο, τον δικό μας, τον βλέπουμε να πολλαπλασιάζεται, και όσοι πρωτότυποι καλλιτέχνες υπάρχουν, τόσους κόσμους έχουμε στη διάθεσή μας, πιο διαφορετικούς μεταξύ τους από αυτούς που βρίσκονται στο σύμπαν, και πολλούς αιώνες μετά που έσβησε η εστία από όπου έφεγγαν, είτε λέγονταν Ρέμπραντ είτε Βέρμερ, μάς στέλνουν ακόμα την ειδική ακτίνα τους…
“Και όπως η τέχνη επανασυνθέτει ακριβώς τη ζωή, γύρω απ΄ τις αλήθειες στις οποίες φτάσαμε μέσα μας θα κινείται πάντα μια ατμόσφαιρα ποίησης, η γλυκύτητα ενός μυστηρίου που δεν είναι παρά τα ερείπια τής σκιάς που χρειάστηκε να διασχίσουμε, η ένδειξη, σημειωμένη με ακρίβεια, όπως με ένα βαθύμετρο, τού βάθους τού έργου…
“Είναι τα πάθη μας που σχεδιάζουν τα βιβλία μας, η ενδιάμεση ανάπαυλα που τα γράφει…
“Η φαντασία, η σκέψη μπορούν μα είναι από μόνες τους αξιοθαύμαστες μηχανές, αλλά μπορεί να μένουν αδρανείς. Όταν υποφέρεις μπαίνουν μπρος…
“Αυτός ο συγγραφέας ………………θάπρεπε να ετοιμάσει το βιβλίο του με προσοχή, με συνεχείς ανασυγκροτήσεις δυνάμεων, όπως σε μιαν επίθεση, να το υπομένει όπως μια κούραση, να το δέχεται όπως έναν κανόνα, να το κατασκευάζει όπως μιαν εκκλησία, να το ακολουθεί όπως μια δίαιτα, να το υπερνικά όπως ένα εμπόδιο, να το κατακτά όπως μια φιλία, να το θρέφει όπως ένα παιδί, να το δημιουργεί όπως έναν κόσμο, χωρίς να παραβλέψει αυτά τα μυστήρια που δεν έχουν την εξήγησή τους παρά σε άλλους κόσμους, των οποίων η προαίσθηση είναι αυτό που μάς συγκινεί στη ζωή και στην τέχνη. Και μέσα σ’ αυτά τα μεγάλα βιβλία, υπάρχουν τμήματα που δεν υπήρξε χρόνος παρά μόνον για να σχεδιασθούν, και που πιθανόν δεν θα τελειώσουν ποτέ εξαιτίας τού ίδιου τού εύρους των σχεδίων τού αρχιτέκτονα. Πόσες μεγάλες εκκλησίες δεν έμειναν ημιτελείς! Το θρέφουμε, τού ενισχύουμε τα αδύνατα σημεία, το συντηρούμε, αλλά ύστερα, αυτό είναι που μεγαλώνει, που υποδεικνύει τον τάφο μας, τον προστατεύει από τις φήμες και για λίγο χρόνο από τη λήθη. Αλλά, για να ξαναγυρίσω στον εαυτό μου, σκεφτόμουνα πιο ταπεινά το βιβλίο μου, και θάταν ανακρίβεια να πω ότι σκεφτόμουνα αυτούς που θα το διάβαζαν, τούς αναγνώστες μου. Γιατί δεν θα ήταν κατ’ εμέ, αναγνώστες μου, αλλά οι ίδιοι οι αναγνώστες τού εαυτού τους, αφού το βιβλίο μου δεν είναι τίποτε άλλο από ένα είδος μεγεθυντικού φακού, όπως αυτός που πουλούσε ο οπτικός τού Κομπραί. Το βιβλίο μου χάρη στο οποίο θα τούς έδινα το μέσον να διαβάσουν εντός τους…
“Οι πιο μεγάλοι μας φόβοι, όπως οι πιο μεγάλες μας ελπίδες, δεν ξεπερνούν τις δυνάμεις μας, και μπορούμε να καταφέρουμε να κυριαρχήσουμε πάνω στους πρώτους και να πραγματοποιήσουμε τις δεύτερες…
“Είχα ζήσει όπως ένας ζωγράφος που ανεβαίνει ένα μονοπάτι πάνω από μια λίμνη, τής οποίας τη θέα τού κρύβει ένα παραπέτασμα βράχων και δέντρων. Από ένα άνοιγμα την αντικρίζει, την έχει όλη μπροστά του, παίρνει τα πινέλα του. Αλλά ήδη έρχεται η νύχτα και δεν μπορεί πια να ζωγραφίσει και δεν θα ξημερώσει ποτέ πια…
“Ήξερα πολύ καλά ότι το μυαλό μου ήταν ένα πλούσιο σε κοιτάσματα μεταλλείο, όπου υπήρχε μια μεγάλη έκταση από διάφορα πολύτιμα μέταλλα. Θάχα όμως τον καιρό να τα εκμεταλλευτώ; Ήμουνα ο μόνος ικανός να το κάνω. Για δύο λόγους: με τον θάνατό μου θα χανόταν όχι μόνον ο μοναδικός εργάτης ικανός να εξορύξει τα μεταλλεύματα, αλλά και το ίδιο το κοίτασμα…
“Χωρίς αμφιβολία όταν κάποιος είναι ερωτευμένος με ένα έργο τέχνης θάθελε να κάνει κάτι ολόιδιο. Πρέπει όμως να θυσιάζει τον έρωτα εκείνης τής στιγμής, να μη σκέπτεται το γούστο του, αλλά μιαν αλήθεια που δεν μάς ζητάει τις προτιμήσεις μας και που μας απαγορεύει να τις σκεφτόμαστε. Και μόνον αν την ακολουθήσεις θα συναντήσεις μερικές φορές αυτό που εγκατέλειψες.”