Η ώρα είναι δύο το μεσημέρι και γω στην αντηλιά με χάρη. Παρακολουθώ την παρέα μου στην παραλία. Ζει στιγμές αποποινικοποιημένης αδράνειας. Παρακολουθώ τους αγνώστους. Παίρνω μάτι από την κλειδαρότρυπα του καλοκαιριού. Ο θρίαμβος του μάρκετινγκ. Λουόμενοι που εξαργύρωσαν τα κουπόνια των εφημερίδων σε εποχιακά είδη, πελάτισσες παρεό, καπέλων, αρωμάτων, μαγιό, τσάντας, που στις ειδικές έρευνες των περιοδικών θα εγγραφούν ως αναγνώστριες. Εικονική πραγματικότητα. Πολύχρωμα πολαρόιντ τα μάτια μου, από διαφημιστικά σποτάκια επιβεβλημένης ξεγνοιασιάς με 25 δείκτη προστασίας. Η πραγματικότητα.
Κάποτε όλα αυτά τα σνόμπαρα. Τότε βάφτιζα τους
κανονικούς ανθρώπους target groups πολυεθνικών με τηλεκατευθυνόμενες επιθυμίες.
Τώρα σχεδόν τους ζηλεύω. Λάθος. Τους αποδέχομαι. Ο κυνισμός που εξαφάνισε την
αθωότητα και από εκείνους και από εμένα επιτρέπει σε όλους μας την ανοχή και τη
συνύπαρξη. Τα in και τα out ανθρώπων και ζωής που όλοι λανσάρισαν την περασμένη
δεκαετία έχουν μείνει σκιά του εαυτού τους. Το κράξιμο πρέπει να αφιερώνεται
πια αποκλειστικά στους πολιτικούς και στους μεγαλοεργολάβους πάσης φύσεως. Και
αυτό είναι δουλειά των εφημερίδων. Εμείς πρέπει να ακολουθούμε τη Λογική της
Ασάφειας, άλλως Fuzzy Logic. Αυτή την καταπληκτική λογική που επιτρέπει στο
πλυντήριό σας να μην πλένει μόνο στο ζεστό και στο κρύο, αλλά να προσαρμόζει τη
θερμοκρασία και το χρόνο πλυσίματος ανάλογα με το είδος του υφάσματος και το
πόσο βρόμικο είναι το ρούχο. Και αν όλα αυτά τα μπορεί το ωραίο μου πλυντήριο,
γιατί να μην μπορώ κι εγώ; Τουτέστιν, λίγο συμβιβασμό στις αποφάσεις. Έτσι κι
αλλιώς, ότι κορόιδεψα το λούστηκα. Τα «εγώ ποτέ» που είπα ακυρώθηκαν από τα
«εγώ πάντα» που άκουσα.
Η ώρα είναι τρεις το μεσημέρι κι εγώ εδώ, παρατηρητής
από καρέκλα παραθαλάσσιου καφενείου. Παρακολουθώ την παρέα μου, που απλώς
ξεμουδιάζει αλλάζοντας πλευρό. Είναι το μέγιστο της αθλοπαιδιάς που τους
επιτρέπει η καλοκαιρινή τους διάθεση. Παρακολουθώ το νεαρό ζευγάρι που πάρκαρε.
Μέχρι να φτάσει στην παραλία πέρασε ένα τέταρτο. Ομπρέλες, πάνες-βρακάκια,
καπέλα, πορτ μπεμπέ, πιπίλες, μουσικό κουτί, περιβραχιόνιο με ήχους, θερμός, με
λίγα λόγια, ένα lifestyle μωρού τεσσάρων μηνών ξεφορτώθηκε από το αυτοκίνητο.
Εγκαταστάθηκαν στην αμμουδιά με την ταχύτητα συντονισμένου πολιτισμού, πράγμα
σπάνιο, και τη γλύκα ερωτευμένου ζευγαριού που εξελίσσεται σε οικογένεια,
πράγμα ακόμη σπανιότερο. Εκείνη μιλάει στο μωρό συνέχεια. Του μιλάει κανονικά,
όχι με τα «νιανιά», που έτσι κι αλλιώς απαγορεύουν οι σύγχρονες παιδαγωγικές
μέθοδοι. Εκείνος του μιλάει λιγότερο, πιο πολύ παίζει μαζί του. Έχω την
εντύπωση ότι οι άντρες αγαπούν τα παιδιά τους μετά τους πρώτους έξι μήνες της
ζωής τους. Τόσο κρατάει η αντρική εγκυμοσύνη. Κυοφορούν την ιδέα. Όταν το μωρό
γίνει παιδί, αρχίζουν να νιώθουν την οικειότητα της επαφής. Οι γυναίκες έχουν
το πλεονέκτημα εννέα μηνών πραγματικής κυοφορίας και ό,τι αυτή συνεπάγεται.
Όταν φτάσει η στιγμή, φέρονται σαν έτοιμες από καιρό. Είναι; Η ώρα είναι
τέσσερις, αλλά έχω χάσει τη μέρα. Η παρέα μου επιδεικνύει ασυνήθιστη
κινητικότητα. Εμένα, όμως, τα κλασικά εικονογραφημένα του παραπέρα
οικογενειακού δικαίου μονοπωλούν το ενδιαφέρον μου.
Δύο φίλες, τριάντα και κάτι, είναι απορροφημένες από
τη συζήτησή τους. Τα παιδιά τους παίζουν με τα κουβαδάκια. Οι σύζυγοι λείπουν
στις δουλειές τους. Ένας φίλος παλιά έλεγε ότι, όταν δυο γυναίκες μιλούν με
τόσο πάθος η μια στην άλλη, σίγουρα μιλούν για άντρες και σεξ. Δεν ισχύει.
Υπάρχουν και οι ευκαιρίες στις εκπτώσεις.
Ζουμάρω στο αντιηλιακό, τρεις πετσέτες πιο πέρα. Της
το απλώνει στην πλάτη. Θα του ζητήσει να φέρει κι ένα μπουκάλι νερό, αλλά
αυτός βαριέται. Νωχέλεια, γουόκμαν, γυαλιά ηλίου, κορμιά Baywatch.
Κανονικοί άνθρωποι.
Σχήματα οικεία.
Ένα τρίγωνο: μπαμπάς, μαμά, παιδί.
Ένα τετράγωνο: μαμά, παιδί, φίλη μαμάς, το παιδί της.
Μια ευθεία:
ένα ερωτευμένο ζευγάρι.
Ένα πολύγωνο: η παρέα μου.
Η κυλιόμενη γεωμετρία της ζωής μας.
Τσακίζω στις αιχμές, βουλιάζω στις καμπύλες.
Μέχρι το οριστικό σχήμα.
Κύκλος.







