Εδώ και λίγο καιρό κάνω ειλικρινείς και εντατικές
προσπάθειες να καταλάβω πως σκέφτεται ένας άντρας. Και δεν εννοώ για τη ζωή, το
θάνατο και άλλα μοιραία. Αυτά τα έχω ξεκαθαρίσει. Εννοώ για το καζανάκι που
στάζει από την αρχή της Άνοιξης
Την ώρα που εγώ απολάμβανα τις πρώτες
ανοιξιάτικες ημέρες τις απολάμβανε και ο άντρας περί ου ο λόγος. Εντελώς
ακατανόητα, το καζανάκι, εκείνες ακριβώς τις στιγμές απουσίας από το σπίτι,
αποφάσισε όχι μόνο να μη γεμίζει νερό με την ταχύτητα που ξέρουμε όλοι, αλλά
και ότι θα τρέχει νερό συνέχεια. Αντιλαμβάνεστε αμέσως ότι, αφού τρέχει νερό
συνέχεια, δεν μπορεί να γεμίσει κιόλας. Τη διαπίστωση αυτή την έκανα ολομόναχη
και ήμουν ιδιαίτερα περήφανη γι’ αυτό. Ως εδώ και μη παρέκει όμως. Υπάρχουν
κάποια όρια που δεν πρέπει να ξεπεραστούν και αυτά τα όρια έχουν τεθεί ήδη από
την αίθουσα τοκετού κι έχουν να κάνουν με το φύλο του παιδιού. Με τη φράση
«γεννήσατε ένα υγιέστατο κοριτσάκι», καμιά μάνα στον κόσμο δεν θα σκεφτεί «τι
ωραία! Τώρα θα έχω κι έναν άνθρωπο να μου φτιάχνει τα μερεμέτια στο σπίτι». Εδώ
κοντεύει να ξεχάσει και το ποτήρι με το νερό στα γεράματα, που λέει ο λόγος.
Τέλος πάντων, αφού στάθηκα ακίνητη για κάποια καίρια λεπτά ανάμεσα στο νιπτήρα
και την τουαλέτα, χτύπησε το τηλέφωνο. Τέλος πρώτης πράξης.
Η εβδομάδα κύλησε όπως κυλάει για όλους τους
εργαζόμενους, όπερ σημαίνει δουλεύουμε από το πρωί μέχρι το βράδυ με ένα
καζανάκι να στάζει μόνο και έρημο μέσα στο διαμέρισμα. Έρχεται η πρώτη Κυριακή και κάνω την ανακοίνωση: «Το
καζανάκι στάζει». Ακολουθεί σιωπή τόσο βαριά, που θυμήθηκα το δημώδες, Της
ερημιάς, της μοναξιάς, του γιου μου του μεγάλου. Αμίλητος σηκώνεται και
χάνεται. Τώρα το μόνο που ακούγεται στο σπίτι είναι βαριά τα βήματα τον παν’
κάθε βραδιά στο καπηλειό και, φυσικά, το νερό που τρέχει. Επιστρέφει και
λέει: «Το καζανάκι στάζει». Ακολουθούν κάποια καίρια για τη ζωή μας λεπτά,
συνοδευόμενα και από βλέμματα όλο σημασία, χτυπάει το τηλέφωνο. Τέλος δεύτερης
πράξης.
Έρχεται η δεύτερη Κυριακή. Έχουν περάσει δύο
εβδομάδες όπου η ευρηματικότητα της φυλής των Ελλήνων επιβεβαιώνεται κάθε βράδυ
με το εξής τελετουργικό: Ενώ εσύ κοιμάσαι, αφού σε έχει νανουρίσει το γλυκό
άκουσμα του νερού που τρέχει από τα βάθη του σπιτιού, νιώθεις μια μοναξιά στιγμιαία
και σε χρόνο μηδενικό το άκουσμα σταματά. Ο άντρας έχει βρει τη λύση, η οποία
απαιτεί συνεχή συνεργασία του ανθρώπου με το εργαλείο, μια και κάθε πρωί η
τουαλέτα θέλει να αποδείξει ότι είναι ένα δωμάτιο απολύτως απαραίτητο για ένα
σύγχρονο σπίτι. Κυριακή μεσημέρι, λοιπόν, μετά την ανάγνωση των εφημερίδων και
με μια στάση ζωής του τύπου «τα λόγια είναι περιττά», το πολυμήχανο φύλο του
σπιτιού δρασκελίζει τα διάφορα ένθετα, δημοσιογραφικά τε και διαφημιστικά, και
χάνεται για ακόμα μία φορά στα βάθη. Οι ήχοι που συνοδεύουν την απουσία του από
το σαλόνι σε γεμίζουν ελπίδα για μια καλύτερη ζωή. Ξαφνικά ακούγεται η
ερώτηση-καταπέλτης: «Έχεις ένα κατσαβίδι;» Αντί για απάντηση, εμφανίζεσαι
έξαλλη μπροστά του και τον ρωτάς: «Σου φαίνομαι για ανθρωπότυπος που έχει ή,
έστω, που ξέρει αν έχει κατσαβίδια; Για ποια με πέρασες;» Το δημιουργικό αυτό
διάλογο συνοδεύουν εναλλακτικά βουίσματα υδραυλικής φύσεως, τα οποία –ω, του
θαύματος- μετά την παρέμβαση του ανδρός παύουν. Και παύουν για δύο συναπτά
24ωρα! Το τρίτο (24ωρο) επανέρχονται, για να μην ξεχνιόμαστε κιόλας, κάτι που
με αναγκάζει να αναλάβω δράση. Τηλεφωνώ στον υδραυλικό. Διαπράττω όμως το
ολέθριο σφάλμα να τηλεφωνήσω στον υδραυλικό μπροστά του.
Σήμερα πια ξέρω ότι εγώ ευθύνομαι για δύο πράγματα:
πρώτον, για το νερό που δεν τρέχει πια και για τον κατήφορο που έχει πάρει η
συναισθηματική μου σχέση με τον άντρα περί ου ο λόγος από την αρχή του
κειμένου.
Μαζί με τις ευχές μου για ένα όμορφο Καλοκάρι θα σας
χαρίσω και μια συμβουλή: Αν αγαπάτε τον σύντροφο σας, ποτέ μην κλείσετε
ραντεβού με κάποιον άλλο που, αντί για χαρτοφύλακα, κρατά στα χέρια του
εργαλειοθήκη. Καλύτερα βγείτε ραντεβού με τον Ρίτσαρντ Γκιρ. Θα τον πληγώσετε
λιγότερο. Ή μήπως χαρεί κιόλας;






